Τρίτη, 09 Απριλίου 2013 00:16

Marantz SA-KI Pearl and PM-KI Pearl

ΤΑ ΦΙΛΙΑ (KIS) ΕΙΝΑI ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ (PEARL);

 Είναι αναπόφευκτο: Οι Ασιάτες γίγαντες ούτε κατά διάνοια δεν αναδεικνύουν την προσφορά συγκεκριμένων ανθρώπων, κάτι που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φιλοσοφίας τους. Ωστόσο, 30 χρόνια μετά την πρόσληψή του από τη Marantz, o Ken Ishiwata κατόρθωσε να σπάσει αυτό το κατεστημένο, δημιουργώντας ένα σπέσιαλ audio ζευγάρι, που σηματοδοτεί τη μακρά θητεία του στις τάξεις του σπουδαίου αυτού Ιάπωνα κατασκευαστή.

Το εντυπωσιακό είναι πως εδώ έχουμε να κάνουμε με «γήινες» προτάσεις, τόσο από πλευράς κόστους όσο και από πλευράς σκεπτικού. Αντί για πάσης φύσης high-end ακρότητες, ενσωματώνουν όλα όσα απασχόλησαν τον Ken μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, όπου, ουσιαστικά, επί καθημερινής βάσης εκτελούσε μία... σταυροφορία για τη διάσωση του υπό εξαφάνιση audiophile στοιχείου της Marantz. 

Όπως μας έχει εξομολογηθεί σε πρόσφατη συνέντευξή του, εκείνη την εποχή η Marantz τελούσε υπό νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς, με συνέπεια η high-end αγνότητα του παρελθόντος να θυσιάζεται στο βωμό του κέρδους. Την περίοδο που o Ken ξεκίνησε να δουλεύει για τη Marantz, η εταιρεία είχε ήδη πάρει το δρόμο της προς... τη mass-market ανωνυμία, μία πορεία που ο ίδιος ανέκοψε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν αποφάσισε να «πειράξει» τα εισαγωγικά της CD player, που τα ονόμαζε «KIS».

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Marantz να αναγνωριστεί εκ νέου ως audiophile δύναμη -πρώτα στην Αγγλία, εξ όσων θυμάμαι- και να ξεχωρίσει από τη μάζα των ομοιόμορφων Ασιατών κατασκευαστών.

Τη στιγμή που η NAD, η Arcam (γνωστή ως «A&R» τότε), η Nytech και άλλες εγγλέζικες φίρμες διέπρεπαν στην προσιτή κατηγορία τιμής, η Marantz κατάφερε να διεισδύσει στην περιοχή τους με τις εξαιρετικές της ανεξάρτητες προτάσεις συσκευών, που, φυσικά, είχαν δεχθεί το μαγικό άγγιγμα του Ken.

Η εταιρεία αποφάσισε να αφήσει την όλη υπόθεση να εξελιχθεί, με συνέπεια σε σύντομο χρονικό διάστημα να έχει δημιουργηθεί μια ροή από προϊόντα, με το λογότυπο «KI» να κοσμεί την πρόσοψή τους.

Αυτό σήμαινε πως τα στάνταρντ μοντέλα είχαν ωφεληθεί από την προσθήκη καλύτερων υλικών και του νέου ηχητικού «κουρδίσματος», ενώ η διαφορά της τιμής ήταν αστεία σε σύγκριση με το ποσόν που θα δαπανούσε κάποιος για να αγοράσει άλλου είδους βελτιωτικά αξεσουάρ, όπως καλώδια και ειδικά προϊόντα στήριξης. Τα δύο Pearl που δοκιμάζουμε αυτόν το μήνα αποτελούν το κορυφαίο δείγμα γραφής ενός ανθρώπου που έχει αφιερώσει τη ζωή του στο να κάνει το καλό ασύγκριτα καλύτερο... 

 

LIMITED EDITION 

Οι δύο υπό δοκιμή συσκευές είναι τόσο ιδιαίτερες, που στερούνται ακόμα και της διαδεδομένης αριθμητικής κωδικής ονομασίας. Έτσι, ο ενισχυτής ονομάζεται πολύ απλά «PM-KI Pearl» και το SACD player «SA-KI Pearl» (άραγε η Marantz έχει αντιληφθεί πως η ονομασία του τελευταίου αναφέρεται στο γνωστό αλκοολούχο ποτό της Ιαπωνίας;).

Η παραγωγή είναι περιορισμένη στα 500 κομμάτια για καθεμία από τις δύο συσκευές, ενώ από πλευράς εμφάνισης χαρακτηρίζονται από τη δεσπόζουσα παρουσία τους, παρά το γεγονός ότι οι διαστάσεις τους δεν είναι ιδιαίτερα αυξημένες. Αυτό δεν ισχύει και για το βάρος τους, καθώς τα 20 κιλά του ενισχυτή και τα 14,5 κιλά του player οφείλονται εν πολλοίς στην παρουσία μεγάλων τοροειδών μετασχηματιστών αλλά και στις παχιές πλάκες αλουμινίου (5 χλστ.), που αποτελούν τα σασί τους.

Τα δύο ανοίγματα στην επάνω πλευρά του ενισχυτή αποκαλύπτουν τις ισάριθμες ευμεγέθεις ψύκτρες που, οπωσδήποτε, συμβάλλουν στο αυξημένο βάρος της συσκευής. Είναι προφανές πως η Marantz δεν έχει κάνει τσιγκουνιές σε κανένα σημείο. Χάρηκα ιδιαιτέρως όταν αντίκρισα στην πίσω όψη του ενισχυτή τις αρίστης ποιότητας επαφές σύνδεσης RCA καθώς και τις αυθεντικές μπόρνες WBT, για τη σύνδεση των ηχείων (δέχονται μπανάνες και μεγάλα δίχαλα).

Η εναλλαγή καλωδίων ήταν απλή υπόθεση, γεγονός που με ώθησε να δοκιμάσω τα Pearl με μία σειρά από διαφορετικά καλώδια προερχόμενα από την Kimber, την Transparent, την Yter και την Atlas. Ωστόσο, το μεγαλύτερο κομμάτι των ακροάσεων έγινε με ακριβά καλώδια της Transparent, που ταιριάζουν με το βελούδινο χαρακτήρα των Pearl. 

Τα δύο προϊόντα δε δημιουργούν κάποιο δραματικό οπτικό εφέ, καθώς το στιλ της εμφάνισής τους είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με την πρόσφατη σχεδιαστική άποψη της Marantz. Εντούτοις, το λογότυπο «Pearl» είναι τόσο εμφανές στις προσόψεις τους, που αποκλείεται να διαφύγει της προσοχής σας.

Σε γενικές γραμμές, η αισθητική τους είναι διακριτική, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι σωστά σχεδιασμένα από κάθε άποψη. Αυτό ισχύει τόσο ως προς τη γεωμετρία τους όσο και σε ό,τι αφορά την αισθητική και την εργονομία τους. Σημειωτέον, δε, πως το μαύρο φινίρισμα χαρακτηρίζεται από μια βελούδινη υφή, ιδιαιτέρως ευχάριστη στην αφή.

Τα κεντρικά σημεία των προσόψεων αμφότερων των συσκευών προεξέχουν ελαφρώς, και στα κάθετα, κενά σημεία που δημιουργούνται έχουν τοποθετηθεί μπλε ελεκτρίκ φωτιστικές ράβδοι. Οι τελευταίες θα ενθουσιάσουν όσους αρέσκονται να χαμηλώνουν τα φώτα των δωματίου τους, για να απολαμβάνουν τη λάμψη των συσκευών τους. 

Τα πλήκτρα χειρισμού του transport του SA-KI Pearl είναι τοποθετημένα κάθετα στην αριστερή και δεξιά πλευρά του κεντρικού πάνελ της πρόσοψής του, ενώ ακριβώς από κάτω θα βρείτε τα υπόλοιπα πλήκτρα ελέγχου, όπως της έναρξης/παύσης λειτουργίας, του sound mode, της επιλογής φίλτρου για το DAC, ενώ δε λείπει και μία έξοδος mini jack ακουστικών με το δικό της ρυθμιστικό στάθμης.

Το πλήκτρο με την ένδειξη «DAC» ενεργοποιεί την ψηφιακή οπτική είσοδο τoυ player, ενώ ο τομέας των ψηφιακών επαφών ολοκληρώνεται με τις ομοαξονικού και οπτικού τύπου εξόδους. Φυσικά, υπάρχει και η απαραίτητη αναλογική στερεοφωνική έξοδος Line.

Προφανώς, το player δεν υποστηρίζει πολυκάναλες αναπαραγωγές, ενώ και στη λίστα των χαρακτηριστικών του αναφέρονται τα εξής συμβατά φορμά: «red book» CD, SACD stereo, CD-DA, MP3 και WMA. Στην καρδιά του player βρίσκεται ο μηχανισμός SACDM-10 με το συρταράκι XYRON, ενώ στο στάδιο της μετατροπής είναι εξοπλισμένο με τον DAC CS4398 της Cirrus Logic. Βεβαίως, από το αναλογικό στάδιο δε λείπουν τα κυκλώματα HDAM SA2. 

Όσο για τον ολοκληρωμένο ενισχυτή PM-KI, η Marantz κατέληξε σε ένα λογικό, αλλά όχι υπερβολικό νούμερο ισχύος (2x90 Wrms στα 8Ω και 2x140 Wrms στα 4Ω), επαρκές για την οδήγηση των Sophia Two της Wilson. Με στόχο την εξασφάλιση πως ο ενισχυτής θα είναι συμβατός με οποιαδήποτε πηγή, ο κατασκευαστής τον έχει εξοπλίσει τόσο με είσοδο CD-Direct όσο και με phono stage με ανάδραση ρεύματος και συμβατότητα με κεφαλές MM/MC.

Όπως και στην περίπτωση του player, τα ρυθμιστικά είναι τοποθετημένα κατά τρόπο πανομοιότυπο, όμως εδώ υπάρχουν δύο μεγάλα ποτενσιόμετρα για την επιλογή εισόδου και στάθμης καθώς και μία... ρετρό φωτιζόμενη στρογγυλή οθόνη, που ενημερώνει το χρήστη περί του επιπέδου της στάθμης και της επιλεγμένης εισόδου.

Οι επαφές σύνδεσης επαρκούν για την υποστήριξη ακόμα δύο αναλογικών πηγών και άλλων τόσων συσκευών εγγραφής (in/out), ενώ δε λείπει η δυνατότητα απευθείας οδήγησης του τελικού σταδίου, ούτε και η απαραίτητη υποδομή για τη δημιουργία ενός multi-room συστήματος. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί το εξής παράδοξο που ανακάλυψα και απέχει ελαφρώς από τη δήλωση του Ken περί του ότι «το 80% των παραγγελιών αφορά την αγορά των Pearl ως ζευγαριού».

O κατασκευαστής, για να καλύψει το ενδεχόμενο της ανεξάρτητης αγοράς των Pearl, έχει εξοπλίσει την κάθε συσκευή με το δικό της χειριστήριο (παρεμπιπτόντως, είναι αλουμινένια και πανέμορφα). Ενώ το χειριστήριο του ενισχυτή μπορεί να ελέγξει τις περισσότερες λειτουργίες του player -και το αντίθετο-, υπάρχουν κάποιες λειτουργίες που η Marantz «ξέχασε» να μοιράσει.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ακόμα και αν διαθέτουμε και τις δύο συσκευές, να είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε κοντά μας και τα δύο χειριστήρια, για τις περιπτώσεις όπου, για παράδειγμα, θέλουμε να ανακαλέσουμε μία λειτουργία του player που δεν υποστηρίζεται από το χειριστήριο του ενισχυτή. Υπάρχει κάποια πρακτική λύση για αυτό το ζήτημα;

Θα μπορούσαν να χωρέσουν όλα τα πλήκτρα σε ένα χειριστήριο; Δεν έχω την απάντηση, όμως θεώρησα σκόπιμη την αναφορά σε αυτήν τη μικρή ενόχληση. 

 

ΚΟΣΜΗΜΑ 

Αυτήν τη φορά θα ξεκινήσω την περιγραφή των εντυπώσεών μου από τις ηχητικές επιδόσεις των Pearl κατευθείαν από το συμπέρασμα: Τα μηχανήματα τιμούν την ονομασία τους, και με το παραπάνω. Σε παρασέρνουν στο μυστηριώδη κόσμο τους, ενώ, κατά την άποψή μου, δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστό όνομα για αυτά, πέρα από το «Pearl», καθώς η φινέτσα και η πολυτέλεια των μαργαριταριών έχουν αναχθεί με μαεστρία στον ήχο του νέου... εορταστικού σετ συσκευών της Marantz. 

Η αντίδρασή μου απέναντι στα Pearl είναι δικαιολογημένη, αν αναλογιστείτε πως για πάνω από δύο δεκαετίες χρησιμοποιώ το ιδιαιτέρως σπάνιο σετ transport/DAC CD12/DAC12 διά χειρός Ken Ishiwata. Ήταν και παραμένει το καλύτερο player που είχα ποτέ μου, αν και προσφάτως αναγκάστηκα να το... νοσηλεύσω, μιας και το transport έσπασε κάθε ρεκόρ μακροζωίας.

Εκείνο που, σύμφωνα με το δικό μου αισθητήριο, πέτυχε το συγκεκριμένο ψηφιακό σετ, και μάλιστα στις πρώτες μέρες του CD, ήταν να μου δείξει πως, ναι μεν τα κραταιά αναλογικά μέσα της εποχής (βινύλιο, μαγνητόφωνο ανοιχτής ταινίας) ήταν καταφανώς ανώτερα του CD, αλλά κυρίως ότι το τελευταίο είχε την προοπτική να γίνει όχι απλώς ανεκτό, αλλά ίσως και αξιοθαύμαστο. 

Από τότε έχουν γίνει πολλά βήματα, έως και άλματα προόδου, με στόχο τη βελτίωση του CD, με κυρίαρχα... κινήματα αυτά του HDCD και του χαλαρά επικρατήσαντος SACD. Το SACD είναι ένα τόσο εξόφθαλμα ανώτερο ψηφιακό φορμά, που μπορώ να νιώσω τον πόνο των υποστηρικτών του που προσεύχονταν να επικρατήσει του CD άπαξ και διά παντός.

Μιας και δε συνέβη κάτι τέτοιο και εντέλει έγινε ένα «ειδικό» φορμά για τους λίγους κυνηγούς των ιδιαίτερων προτάσεων (ξέρετε, για τους ίδιους ανθρώπους που αγοράζουν μανιωδώς πανάκριβα πούρα και κρασιά), η προσήλωση του SA-KI στο SACD, αν μη τι άλλο, μας προκαλεί να αναθεωρήσουμε την άποψή μας περί του κοινού στο οποίο -θα έπρεπε να- απευθύνεται το φορμά. Βέβαια, οφείλω να είμαι συγκρατημένος, διότι οι εκ των υστέρων πανηγυρισμοί για το SACD είναι μία μάλλον μάταιη πρακτική. 

Το SA-KI τροφοδοτήθηκε με διάφορες ηχογραφήσεις σε SACD, προερχόμενες από σκληροπυρηνικές audiophile εταιρείες, όπως τη Mobile Fidelity, τη Linn, την Telarc και άλλες. Ο ήχος του απέδειξε πως πρόκειται για ένα καθαρόαιμο ψηφιακό player που θυμίζει τις αρκετά ακριβότερες πηγές της Esoteric, αλλά με διαφορετικό voicing.

Όταν η ίδια η Μarantz επέλεξε το επίθετο «βελούδινο» για να περιγράψει την υφή του φινιρίσματος των νέων συσκευών της, μάλλον δε φανταζόταν με πόση ακρίβεια περιγράφει και τον ήχο τους. Προσφέρουν μια μεγαλειώδη αίσθηση στιλπνότητας στην υψηλομεσαία και την υψηλή περιοχή, γεγονός που αποτελεί κοινό γνώρισμα με το θρυλικό σετ CD12/DAC12. 

Κάποιος, κάπου, μπορεί να σκεφτεί πως μόλις τώρα αποδέχθηκα και ενθουσιάστηκα με έναν ηχητικό χρωματισμό. Ίσως και να είναι έτσι, υπό την έννοια ότι η περίφημη ζεστασιά ενός λαμπάτου ενισχυτή είναι ένα χαρακτηριστικό που οπωσδήποτε τον απομακρύνει από την ορθή, κοφτή απόδοση της πραγματικότητας. Ποιος σας είπε ότι είμαι μαζοχιστής και ότι, για να απολαύσω κάτι, πρέπει πρώτα να έχω υποφέρει από αυτό;

Έχω από καιρό κατασταλάξει πως προτιμώ ένα όμορφο ψέμα από την άσχημη πραγματικότητα. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου έπαιξα επιθετική, «κακόφωνη» μουσική, όπου οι αιχμές και η ωμότητα αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της, όπως το «Bossanova» των Pixies και το «Fool For the City» των Foghat, το SA-KI την περιέβαλε με ένα πέπλο διαφάνειας, χωρίς να επισκιάσει την ουσία της μουσικής, ούτε και να κλέψει κάτι από αυτήν. 

Αν και είναι δύσκολο να βρεις τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψεις αυτό το φαινόμενο, εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πεμπτουσία του ήχου των Pearl. To «Rock Music» των Pixies, που κατά κάποιον τρόπο αποτέλεσε τον προπομπό της δουλειάς των Nirvana, είναι ένα αρκετά ακατέργαστο κομμάτι, με το ουρλιαχτό της κιθάρας στην έναρξη, τα στακάτα τύμπανα και τα παραμορφωμένα φωνητικά να μην αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης.

Μέσα από το SA-KI ακούστηκε αυθεντικό και επ’ ουδενί ευνουχισμένο ή αποστειρωμένο. Όταν έπαιξα το ίδιο CD σε ένα άλλο σύστημα, το ακατέργαστο στοιχείο της ηχογράφησης τονώθηκε σε τέτοιο βαθμό, που το αποτέλεσμα έγινε έως και ενοχλητικό για κάποιον που δεν είναι οπαδός της θορυβώδους, σκληρής μουσικής. 

Από την άλλη, στο επικό «1975 ΗΜ» των Foghat, αν και δε χαρακτηρίζεται από το «βρόμικο» ήχο των Pixies, η συνεχής παρουσία της παραμορφωμένης ηλεκτρικής κιθάρας εντέλει οδηγεί σε ένα παρόμοιο αποτέλεσμα. Η διαφορά είναι ότι οι παραμορφώσεις των Pixies είναι τυχαίες και επιθετικές, ενώ των Foghat είναι συνεχείς και επίμονες.

Η παράλληλη παρουσία της καθαρά ακουστικής κιθάρας που παίζει ακομπανιαμέντα στο «My Babe» δοκιμάζει την ικανότητα των Pearl ως προς την ταυτόχρονη απόδοση του παλμού της μουσικής και της χαρακτηριστικής υφής της κιθάρας. Και πάλι τα «μαργαριτάρια» επέδειξαν το γοητευτικό, βελούδινο χαρακτήρα τους. 

Αν και ο Ken ήταν προσεκτικός ώστε να μην επηρεάσει την κρίση μου μέσω... υπεραστικών τηλεφωνημάτων, η αλήθεια είναι πως με κατεύθυνε προς το ενσωματωμένο phono stage του ενισχυτή, κάνοντάς μου νύξη περί του ότι το χαμηλό του είναι εξαιρετικά γρήγορο.

Πράγματι... το phono stage ακούστηκε «ανοιχτό», ήσυχο και ακριβές -ιδιαίτερα στη ρύθμιση ΜΜ-, ενώ γενικώς το χαμηλό του ήταν ιδιαίτερα ταχύ. Αυτό είναι κάτι που ισχύει συνολικά σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά του ενισχυτή, και κάλλιστα θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε ιεραρχικά στο ίδιο επίπεδο με την προαναφερθείσα βελούδινη υφή των χροιών του.

Ωστόσο, κάτι μου έλλειψε από τον ενισχυτή. Αυτό που λέμε «η γροθιά στο στομάχι», που είναι σε θέση να προσφέρουν οι πιο δυνατοί ενισχυτές. Σημειωτέον, δε, πως δεν αναφέρομαι στα... γκάζια και στην ένταση, αλλά στο ότι ο ενισχυτής δε μεταφέρει την αίσθηση της συμπαγούς μάζας άλλων ενισχυτών, όπως του SA-30 της Belles ή του ΙΙ-Eighty της Quad.

Είναι εγκληματική αυτή η έλλειψη; Σίγουρα όχι, αν και μάλλον έχει να κάνει με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του καθενός. Υποθέτω πως κάποιος που ακούει νυχθημερόν τυμπανιστές Kodo μέσα από υπογούφερ 24 ιντσών ίσως να δικαιούται να αισθάνεται απατημένος.

Για όλους εμάς τους υπόλοιπους, όμως, ο συμβιβασμός αυτός φαντάζει απίστευτα μικρός μπροστά στον απολύτως σέξι ήχο του ενισχυτή. Επιπλέον, η πιστότητα στη μεσαία περιοχή και η εξαιρετικά ζωντανή τρισδιάστατη σκηνή που προσφέρει ο PM-KI είναι τα υποπροϊόντα της διαύγειας και της αναλυτικότητας που δίδονται... με το κιλό.

Ο ενισχυτής μου θυμίζει με τόσους τρόπους κλασικούς ενισχυτές των 50-60W, όπως τους μικρούς τελικούς της Audio Research και της Krell, που δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ πως, όπως αυτοί, έτσι και ο PM-KI είναι ένα πολύτιμο μικρό κόσμημα. 

 

ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ: ΕΤΥΤ 

ΕΠΑΦΗ: 210.6741.363 

ΤΙΜΗ: SA-KI Pearl2.800 €, PM-KI Pearl: 2.800 € 

 

 

 

ΥΠΕΡ 

- Φινετσάτος ήχος 

- Εξαιρετικό επίπεδο κατασκευής 

 

ΚΑΤΑ 

- Όχι τόσο δυναμικός ο ενισχυτής 

- Απαιτείται η χρήση και των δύο τηλεχειριστηρίων, ακόμη και αν κατέχουμε και τις δύο συσκευές. 

 

ΣΧΟΛΙΟ

Όσοι παρακολουθούν επί σειρά ετών τα προϊόντα «KI» σίγουρα θα διαβλέψουν στα Pearl το απόσταγμα της φιλοσοφίας του Ken Ishiwata: διακριτικότητα, συνοχή, φυσικότητα και φινέτσα. Αν και οι δύο συσκευές της δοκιμής μας έχουν σχεδιαστεί για να δουλέψουν μαζί ως ζεύγος, το SACD είναι ελαφρώς καλύτερο από τον ενισχυτή, καλώντας τους μουσικόφιλους να υποστηρίξουν το φορμά. Συνολικά, τα Pearl ακούγονται τόσο φινετσάτα, που για τα δεδομένα της κατηγορίας αυτό από μόνο του αποτελεί μια πολύ μεγάλη επιτυχία. 

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ - SA-KI Pearl 

Αναπαραγωγή: CD, CD-R/RW, SACD, WMA, MP3 

Έξοδοι: 1xLine Out (αναλογική), 1xΟμοαξονική, 1xΟπτική, 1xΑκουστικών 

Είσοδοι: 1xΟμοαξονική (για τη λειτουργία DAC) 

Απόκριση συχνοτήτων: 2Hz-100kHz 

Δυναμική περιοχή: 112dB 

Διαστάσεις (ΠxΥxΒ): 44x12,7x41,9 εκ. 

Βάρος: 14,5 κιλά 

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ - PM-KI Pearl 

Ισχύς*: 2x90 Wrms (8Ω), 2x140 Wrms (4Ω) 

Είσοδοι: 5xLine In, 1xPhono (MM/MC), 1xDirect In 

Έξοδοι: 2xLine Out, 1xΑκουστικών 

Απόκριση συχνοτήτων: 5Hz-100kHz 

Συντελεστής απόσβεσης: 100 

Ευαισθησία: 240mV 

SNR: 89dB 

Διαστάσεις (ΠxΥxΒ): 44x12,7x44,4 εκ. 

Βάρος: 20 κιλά 

 

 

30 ΧΡΟΝΙΑ KEN ISHIWATA 

H περίπτωση του Ken Ishiwata είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μοναδική για τα δεδομένα της ιαπωνικής βιομηχανίας. Είναι η μοναδική προσωπικότητα που προέρχεται από αυτήν τη χώρα που όχι απλώς αναδείχθηκε, αλλά και επί τρεις δεκαετίες απολαμβάνει τους πλούσιους καρπούς της δημοσιότητας, τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ευρώπη συνολικά.

Με εξαίρεση τη βιομηχανία των ρούχων, το φαινόμενο αυτό βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη θεμελιώδη φιλοσοφία των ιαπωνικών εταιρειών, που προτιμούν να πλασάρονται ως πελώριες κολεκτίβες.

Αναγνωρίζοντας την προσφορά του Ken στην κοινότητα, ο Terry O’Connell (γενικός διευθυντής της Marantz Ευρώπης) αποφάσισε πως έφτασε επιτέλους η κατάλληλη στιγμή για να αναγνωριστεί από την εταιρεία ως ο ιδανικός πρεσβευτής της. 

Τα επιτεύγματά του είναι σημαντικά. Ο Ken μπορεί να υπερηφανεύεται -αν και η μετριοφροσύνη του δεν του το επιτρέπει- ότι έβγαλε τη Marantz από το δρόμο της συμβατικότητας, καθιστώντας τη μία από τις ελάχιστες πολυεθνικές εταιρείες παγκοσμίως που διαθέτουν αληθινή audiophile ταυτότητα.

Πράγματι, ο Ken είναι τόσο άρρηκτα δεμένος με την ιστορία της εταιρείας και με τις high-end ρίζες της, που κάλλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί ο σωτήρας της. Αν δεν τελειοποιούσε διάφορες τεχνολογίες και αν δεν επέμενε για τα πλεονεκτήματα της ηχητικής ποιότητας, σε αντίθεση με τη νοοτροπία του στυγνού κέρδους, σήμερα η Marantz δε θα ήταν τίποτε περισσότερο από ακόμα μία ανώνυμη ασιατική... σκουπιδομηχανή. 

 

ΤΟ SACD ΣΗΜΕΡΑ 

Αν σήμερα γράψετε στο Google τη λέξη «SACD», θα διαπιστώσετε πως τα περισσότερα άρθρα που θα εμφανιστούν αφορούν την παρακμή του. Όπως μας είπε ο Ken, ο λόγος που αποφάσισε να υποστηρίξει το SACD μέσα από τη σειρά Pearl είναι, απλούστατα, το ότι το φορμά αρνείται πεισματικά να εξαφανιστεί.

Το ενδιαφέρον μου χτύπησε κόκκινο. Έκανα μια έρευνα στο amazon.co.uk και ανακάλυψα πως τους πρώτους πέντε μήνες του 2009 στον κατάλογό τους έχουν προστεθεί πάνω από 300 νέοι τίτλοι SACD! Ο Ken εκτιμά πως το 2008 προστέθηκαν πάνω από 400 τίτλοι, κυρίως κλασικής και τζαζ. «Είναι λογικό» μου απάντησε, «αν αναλογιστούμε πως οι Ιάπωνες μουσικόφιλοι εξακολουθούν να προτιμούν το SACD, σε σχέση με το κλασικό CD». 

Μιας και όλα τα SACD στις μέρες μας είναι υβριδικά, διπλού στρώματος, δεν είναι και τόσο δύσκολο για κάποιον να συγκρίνει τον ήχο του SACD σε σχέση με αυτόν του CD.

Αν και υπάρχει πλήθος αναφορών στον Τύπο περί του ότι το κοινό δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη διαφορά, ο σοβαρός μουσικόφιλος που θα ισχυριστεί κάτι τέτοιο μάλλον χρήζει άμεσου... καθαρισμού των αυτιών του.

Αγνοήστε, αν θέλετε, τις surround δυνατότητες (εσείς θα χάσετε), και επικεντρωθείτε στη 2κάναλη αναπαραγωγή. Εδώ το υποστηρίζει ακόμα και η αμετανόητα αναλογική Linn... 

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « MBL 1531, 7008, 116F TEAC AI-3000 CD-3000 »

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

  • 1
  • 2

NEWSLETTER

Enter your email address: